υιοθετώ

υιοθετώ
(ε) μετ. 1.) усыновлять;
удочерять; 2) перен. признавать, одобрять, принимать (чьё-л. мнение и т. п.); приветствовать (решение и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "υιοθετώ" в других словарях:

  • υιοθετώ — υιοθετῶ, έω, ΝΜΑ [υιοθεσία] αναγνωρίζω επίσημα, με νομικές διατυπώσεις, ξένο παιδί ως δικό μου νεοελλ. μτφ. εγκρίνω και αποδέχομαι ενέργεια, γνώμη, ιδέα ή απόφαση ενός άλλου και ταυτόχρονα αναλαμβάνω τη σχετική ευθύνη («η αντιπολίτευση υιοθέτησε… …   Dictionary of Greek

  • υιοθετώ — υιοθετώ, υιοθέτησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • υιοθετώ — υιοθέτησα, υιοθετήθηκα, υιοθετημένος 1. αναγνωρίζω επίσημα ξένο τέκνο ως δικό μου, το κάνω παιδί μου: Υιοθέτησε ένα κορίτσι από το ορφανοτροφείο. 2. μτφ., αποδέχομαι ξένες ιδέες ή ενέργειες ως δικές μου, τις ενστερνίζομαι, τις εγκρίνω: Η… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Aussprache des Neugriechischen — Die Aussprache des Neugriechischen besteht praktisch unverändert seit etwa dem 10. Jahrhundert. Sie ist relativ einheitlich, aus dem mit dem griechischen Alphabet geschriebenen Text geht die Aussprache bis auf wenige Ausnahmen eindeutig hervor.… …   Deutsch Wikipedia

  • Neugriechische Phonologie — Die Aussprache des Neugriechischen besteht praktisch unverändert seit etwa dem 10. Jahrhundert. Sie ist relativ einheitlich, aus dem mit dem griechischen Alphabet geschriebenen Text geht die Aussprache bis auf wenige Ausnahmen eindeutig hervor.… …   Deutsch Wikipedia

  • αδελφοποιώ — ἀδελφοποιῶ ( έω) (Α) υιοθετώ κάποιον ή κάποια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀδελφοποιὸς < ἀδελφὸς + ποιῶ] …   Dictionary of Greek

  • αιρώ — Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του Οινωπίωνα, βασιλιά της Χίου και πρώτου οικιστή του νησιού, σύζυγος του Ωρίωνα και μητέρα του Χίου, που έδωσε το όνομά του στο νησί Οφιούσα. * * * αἱρῶ ( έω) (AM) Ι. ενεργ. 1. παίρνω, αρπάζω 2. απομακρύνω, αφαιρώ 3.… …   Dictionary of Greek

  • αλλοτριονομώ — ἀλλοτριονομῶ ( έω) (Α) 1. κατανέμω, τοποθετώ τα πράγματα σε θέση διαφορετική από την κανονική 2. υιοθετώ ξένες συνήθειες. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἀλλοτριονόμος < ἀλλότριος + νόμος < νέμω] …   Dictionary of Greek

  • αναιρώ — ( έω) (Α ἀναιρῶ) 1. ανατρέπω επιχειρήματα ή κατηγορία, ανασκευάζω, αντικρούω 2. καταργώ, ακυρώνω, ανακαλώ 3. αθετώ, αρνούμαι 4. θανατώνω, φονεύω (ειδ. στα νεοελλ. «φονεύω απρομελέτητα σε βρασμό ψυχικής ορμής») αρχ. Ι. (ενεργ. και μέσ.) 1. σηκώνω… …   Dictionary of Greek

  • ανταλλάσσω — (AM ἀνταλλάσσω κ. ἀνταλλάττω) κάνω ανταλλαγή αρχ. Ι. μέσ. 1. παίρνω σε αντικατάσταση άλλου, παίρνω κάτι σαν αντάλλαγμα 2. «θάνατον ἀνταλλάσσομαι» τιμωρούμαι με θάνατο 3. υιοθετώ τον τρόπο κάποιου και εκείνος τον δικό μου II. φρ. «τὴν εἰωθυῑαν… …   Dictionary of Greek

  • εισποιώ — εἰσποιῶ ( έω) (Α) 1. (ενεργ. και μέσ.) υιοθετώ 2. εισάγω 3. αποδίδω σε κάποιον 4. (για πρόσ. με γεν.) παίρνω μαζί μου («τῶν πραττομένων εἰσεποίει κοινωνὸν αὐτόν») 5. (με δοτ.) κατατάσσω σε τάξη, τόν κάνω να καταλέγεται («τὸ τάχος (τὴν τίγριν)… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»